Ένα κομβικό ερώτημα που τίθεται εύλογα σχετικά με τον «Δαρείο» του Καβάφη είναι η αιτία που προκαλεί τη μεταστροφή της ποιητικής πρόθεσης, δηλαδή την απόδοση στον ποιητικό ήρωα (Δαρείο) «υπεροψίας και μέθης». Η αφορμή είναι φανερή: ο ποιητής Φερνάζης πληροφορείται ότι οι Ρωμαίοι έχουν εξαπολύσει επίθεση κατά του Πόντου και αναλογίζεται τα αποτελέσματα της απροσδόκητης πολεμικής κατάστασης για την προσωπική του ασφάλεια, αλλά και την τύχη των προσωπικών του φιλοδοξιών. Ο στρατός του βασιλιά Μιθριδάτη είναι υποδεέστερος του Ρωμαϊκού, η οχύρωση της Αμισού, όπου ζει ο Φερνάζης, αδύναμη και βέβαια η επίσημη παρουσίαση του ποιήματος στον Μιθριδάτη αναβάλλεται επ᾽ αόριστον. Η αναβολή, συνοδευόμενη από τον κίνδυνο της υποδούλωσης ή του θανάτου, διαταράσσει το ιδεώδες αφήγημα της ζωής του ποιητή. Τι μεσολαβεί όμως έτσι ώστε να αλλάξει κιόλας η σκιαγράφηση του Δαρείου;
Η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στην εξέταση της σχέσης ανάμεσα στην εποχή του Φερνάζη και την εποχή του ποιητικού ήρωά του. Και στις δύο εποχές υπάρχει ένα ζεύγος ισχυρού-ανίσχυρου, στο οποίο είναι δυνατό να αναχθεί το ζεύγος νικητή-ηττημένου. Στην εποχή του ποιήματος ο Δαρείος είναι νικητής και οι ανταγωνιστές του οι ηττημένοι, ενώ στην εποχή του ποιητή οι Ρωμαίοι είναι οι ισχυροί, δηλ. οι πιθανότεροι νικητές, ενώ το βασίλειο του Πόντου, στο οποίο ζει και ο ποιητής, είναι ανίσχυρο και η ήττα του είναι σχεδόν βέβαιη. Η οδυνηρή συνειδητοποίηση τούτης της τελευταίας πραγματικότητας οδηγεί τον Φερνάζη στην ταύτιση με τους ανίσχυρους. Η ταύτιση με τους ανίσχυρους προκαλεί με τη σειρά της τη φανταστική σύλληψη της ψυχολογίας των νικητών, η οποία προβάλλεται στη συνέχεια στο πρόσωπο του Δαρείου. Με αυτό τον τρόπο η πραγματικότητα, όπως βιώνεται από τον ποιητή, μετατρέπεται σε πρότυπο αναγωγής στο παρελθόν.
ΙΣΧΥΡΟΣ (ΝΙΚΗΤΗΣ) ΑΝΙΣΧΥΡΟΣ (ΗΤΤΗΜΕΝΟΣ)
Δαρείος (προβολή) ανταγωνιστές Δαρείου
(ταύτιση)
Ρωμαίοι (προβολή) βασίλειο του Πόντου
Οι ταυτίσεις (του δημιουργού με τους ήρωες) και οι προβολές (απόδοση σκέψεων ενός προσώπου σε κάποιο άλλο) είναι βασικό χαρακτηριστικό της λογοτεχνικής δημιουργίας, κυρίως βέβαια της πεζογραφίας. Η διαδικασία αυτή συνιστά μια ελεύθερη μορφή ψυχοδράματος, καθώς ο δημιουργός προσλαμβάνει ποικίλα φανταστικά προσωπεία και παίζει ο ίδιος όλους τους ρόλους. Στην περίπτωση του Φερνάζη, η αφετηρία του ψυχοδράματος και ταυτόχρονα η λυδία λίθος* που καθόρισε την ποιητική του επιλογή ήταν η αναγγελία του πολέμου. Η αίσθηση του πραγματικού κινδύνου και το εφιαλτικό φάσμα της ανάγκης τον οδηγούν στην ταύτιση με τους ανίσχυρους και από εκεί σε μια αληθοφανή εικασία για την ψυχολογία των νικητών.
Η επώδυνη ταύτιση του ποιητή με τους ήρωές του είναι όμως ταυτόχρονα και λυτρωτική. Δίνει τέλος στη σκιαμαχία με περιγραφές που δεν έχουν κανένα άλλο νόημα έξω από την ικανοποίηση του βασιλιά και των προσωπικών φιλοδοξιών του ποιητή και θεμελιώνει την ποιητική δημιουργία σε ένα αυθεντικό βίωμα. Το βίωμα αυτό φυσικά είναι σχετικό. Δεν αποδεικνύεται, ούτε και είναι αυτός ο στόχος άλλωστε, ότι ο Δαρείος διακατεχόταν από υπεροψία και μέθη για την επιτυχία του. Μεταφέρεται όμως με τρόπο άμεσο η ατμόσφαιρα μιας αντιπαράθεσης στην οποία κυριάρχησε η στυγνή επιδίωξη της ισχύος με κάθε τρόπο. Για μια ακόμα φορά επομένως, η λογοτεχνική αναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος έχει αξία ως έμμεσο σχόλιο πάνω στην πραγματικότητα της εποχής κατά την οποία γράφεται το έργο.
Ο λυτρωτικός χαρακτήρας της επώδυνης εμπειρίας φαίνεται και μέσα από τον παραμερισμό του ρηχού ακαδημαϊσμού, τουλάχιστον σε επίπεδο περιεχομένου. Ο Φερνάζης είναι ένας ποιητής ολοφάνερα βαρβαρικής καταγωγής με ελληνική παιδεία όμως, καθώς ο διεθνοποιημένος ελληνικός πολιτισμός συνιστά βάση της παιδείας των ηγετικών τάξεων. Στην παγματικότητα όμως, η ποίησή του μιμείται μορφικά τα κλασσικά πρότυπα, αλλά αντιστρέφει τις αξίες οι οποίες τα δημιούργησαν. Ενώ όλες οι μορφές της κλασσικής ποίησης (επική, λυρική, τραγική) ριζώνουν σε αυθεντικά βιώματα της κοινότητας ή του ατόμου και εμφανίστηκαν στα πλαίσια της πόλης-κράτους, ο Φερνάζης είναι ένας αυλικός ποιητής μιας ασιατικής μοναρχίας, ο οποίος δεν εκφράζει ούτε τον εαυτό του ούτε την κοινότητα. Το ποίημά του δε ριζώνει στην κοινότητα, αντίθετα φιλοδοξεί να επιβληθεί σε αυτήν. Ταυτόχρονα όμως δε ριζώνει και σε προσωπικά βιώματα, καθώς παίζει με χάρτινα συναισθήματα («βαθέως σκέπτεται», ακριβώς επειδή δεν έχει τίποτα σοβαρό να πει). Η μεταστροφή της ποιητικής πρόθεσης όμως, προσδίδει νέα δυναμική στο ποίημα, αφού τώρα εμπνέεται από το ατομικό και το συλλογικό δράμα της σύγκρουσης με τους Ρωμαίους. Ο Καβάφης έτσι μας θυμίζει ότι η μεγάλη ποίηση δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα, αλλά αναγωγή στην ουσία της.
*πέτρωμα που επιτρέπει τη δοκιμασία του αυθεντικού χρυσού.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου